ΑΠΟΨΗ – press

Δημόσια Διοίκηση, Δημόσιο Management και Στρατηγική των Ιδιωτικοποιήσεων

Ο ρόλος του κράτους επαναπροσδιορίζεται και η αποσαφήνιση των ορίων μεταξύ της Δημόσιας Διοίκησης και του ιδιωτικού τομέα γίνεται όλο και πιο επιτακτική, δημιουργώντας προβληματισμό και ερευνητικό ενδιαφέρον. Παράλληλα, καταφανής είναι η σύγκριση στην εισαγωγή της αποτελεσματικότητας της Δημόσιας Διοίκησης με τα συστήματα διαχείρισης και τις πρακτικές του ιδιωτικού τομέα. 

Υπάρχει η πλευρά που υποστηρίζει ότι η λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης θα πρέπει να συνάδει με τον τρόπο λειτουργίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων, εφαρμόζοντας τις πρακτικές του Business Administration, ώστε να καθίσταται αποτελεσματική και ποιοτική, καθώς η ποιότητα και τα συστήματα διαχείρισης και διασφάλισης μοιάζουν να είναι το κλειδί για την ικανοποίηση των πολιτών.

Η αντίπερα όχθη διαφοροποιεί την αποστολή, τη δομή και τις αρχές της Δημόσιας Διοίκησης από εκείνες των ιδιωτικών επιχειρήσεων και τονίζει πως μπορούν να γίνουν βελτιώσεις στο υπάρχον σύστημα χωρίς να ξεπουληθεί ο δημόσιος πλούτος, βελτιώσεις που θα οδηγήσουν στην αύξηση της αποτελεσματικότητας της Δημόσιας Διοίκησης. 

Πλείστες ερευνητικών μελετών έχουν επικεντρωθεί σε θέματα ιδιωτικοποιήσεων των Δημόσιων Οργανισμών όσον αφορά την οργανωτική δομή, τον τρόπο διοίκησής τους, τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού, τα αποτελέσματα σε επίπεδο παραγωγικότητας και αποδοτικότητας. Η έννοια των ιδιωτικοποιήσεων έχει σαν κράτος αναφοράς την Μεγάλη Βρετανία. Η παροχή ενέργειας και η κατασκευή σιδηροδρόμων, στην περίπτωσή της, επέφερε τη συστηματική εκμετάλλευση του καταναλωτή, την αύξηση της βραχυπροθεσμικότητας, την υποτονικότητα των επενδύσεων, με άμεσες συνέπειες τη μείωση της παραγωγικότητας και του ρυθμού ανάπτυξης της χώρας. Τραγικά ήταν τα σιδηροδρομικά δυστυχήματα που σημειώθηκαν λόγω απροθυμίας των ιδιωτικών επενδυτών να επενδύσουν σε ασφαλές υποδομές. Αντιθέτως, στη Γαλλία ο κρατικός παρεμβατισμός στην οικονομία παραμένει σε υψηλά επίπεδα, όπως στις συγκοινωνίες και στην παροχή ενέργειας. Στην δε Ισπανία βρίσκονται σε δημόσιο έλεγχο υπηρεσίες που καλύπτουν από την ενέργεια έως τη διαχείριση αποβλήτων. 

Το ζήτημα της ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών παροχής ύδατος έχει γίνει αντικείμενο συζητήσεων και διαπραγματεύσεων πολλών κρατών με απώτερο σκοπό την παρουσία αυτού του υπέρτατου αγαθού και την ενίσχυση του ελεύθερου χαρακτήρα του. 

Θα φανταζόταν κάποιος ότι την εποχή της προηγμένης τεχνολογίας και της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, οι άνθρωποι δεν θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην πρόσβαση στο νερό. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία του Π.Ο.Υ., σχεδόν 800 εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη δεν έχουν πρόσβαση στο πόσιμο νερό. 

Ένα πρόβλημα γύρω από το εν λόγω δημόσιο αγαθό αποτελεί η αναγωγή του σε αγαθό ανάγκης, σε κοινωνικό δικαίωμα, ως αίτιο σύγκρουσης ανάμεσα σε πολίτες και φορείς με παγκόσμια δράση γύρω από αυτό. Η ιδιωτικοποίηση του νερού έχει τις απαρχές της στην Γαλλία, με τις γαλλικές εταιρίες Veolia και Suez να κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά νερού, παρέχοντας παράλληλα υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης σε 150 χώρες. Ειδικότερα, από το 1990 έως το 2002 σημειώθηκε αύξηση του φαινομένου της ιδιωτικοποίησης του νερού, καθώς συνολικά 56 χώρες δραστηριοποιούνταν σε παγκόσμιο επίπεδο παρέχοντάς το μέσω ιδιωτικών δικτύων ύδρευσης. Σε αυτό συνετέλεσε και η στάση της Διεθνούς Τράπεζας, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, βάσει της οποίας «οι υπέρμαχοι παρουσιάζουν την εμπορευματοποίηση του νερού ως μοναδική απάντηση στην αυξανόμενη έλλειψή του και την ανάγκη προστασίας των οικοσυστημάτων» … «η ιδιωτικοποίηση προσελκύει ιδιωτικά κεφάλαια εκεί όπου το κράτος δεν έχει τη δυνατότητα ανάληψης των δαπανών και έχει σαν αποτέλεσμα την οικονομική αναποτελεσματικότητα και τη βελτίωση της λειτουργίας των υπηρεσιών του νερού». 

Εντούτοις, οι πολίτες δεν συμμερίζονται τις απόψεις των υποστηρικτών των ιδιωτικοποιήσεων, διατηρώντας ένα αίσθημα δυσπιστίας απέναντι στην αποτελεσματικότητά τους. Ωστόσο, θα πρέπει να ενισχυθεί η ρυθμιστική ιδιότητα του κράτους και να τοποθετηθεί σε ορθή βάση απέναντι στο μονοπώλιο των ιδιωτών παρόχων, με απώτερο στόχο τη σωστή λειτουργία του. Οι Κυβερνήσεις όμως που επιθυμούν την ιδιωτικοποίηση προσανατολίζονται στην άνοδο των τιμών του νερού ώστε να προετοιμάσουν τους πολίτες προς αυτή την κατεύθυνση αιτιολογώντας παράλληλα και την ύπαρξη του χρέους.

Η αύξηση του κόστους των τιμολογίων, ο αποκλεισμός κοινωνικών ομάδων πολιτών και η αποφυγή δαπανηρών εγγειοβελτιωτικών έργων των ιδιωτικών παρόχων με ύφεση της ποιότητας του νερού αποτελούν αρνητικά αποτελέσματα της ιδιωτικοποίησης. Γενικότερα, οι ιδιωτικοποιήσεις παρουσιάζουν ομοιογένεια ως προς τα αποτελέσματα που επέρχονται κατόπιν αυτής, ήτοι τον αποκλεισμό του πληθυσμού από την πρόσβαση του νερού, την επιθυμία για εξοικονόμηση πόρων από τη συντήρηση του δικτύου από πλευράς ιδιώτη, την αύξηση της τιμολογιακής πολιτικής από τον πάροχο και εν τέλει την κερδοφορία του με συνέπειες στο κοινωνικό σύνολο ενός κράτους. 

Στη χώρα μας παρατηρείται μια ροπή προς την ανοχή των αποκρατικοποιήσεων και τάσεις προς την κρατική συρρίκνωση και την ιδιωτικοποίηση της διοίκησης. Συνεπώς, η εφαρμογή των ιδιωτικοποιήσεων προϋποθέτει την προσαρμογή του υφιστάμενου διοικητικού μοντέλου στη νέα «διοικητική γεωγραφία» και ειδικότερα στον προγραμματισμό, την οργάνωση, τη στελέχωση, την ηγεσία, την αποτελεσματικότητα του συστήματος διοίκησης, τον εκσυγχρονισμό και την προσαρμογή στα νέα διεθνή τεχνικά και επιστημονικά πρότυπα. Όμως το πελατειακό σύστημα, η απουσία συναίνεσης, ο συγκεντρωτισμός και η άρνηση προσαρμοστικότητας δεν επιτρέπουν στα ως άνω εργαλεία να αναπτυχθούν.

Εν κατακλείδι, το μόνο που επιτυγχάνει ο νεοφιλελευθερισμός στη Δημόσια Διοίκηση, ήτοι ιδιωτικοποιήσεις, είναι η συρρίκνωσή της καθώς και η μεγέθυνση του περιφερειακού προβλήματος, που είναι πρόβλημα ανισοτήτων στο εισόδημα των ατόμων και των περιφερειών.

Θεόδωρος Γόγαλης

Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διοίκησης Επιχειρήσεων (MBA)

Απόφοιτος Σχολής Δημόσιας Διοίκησης (ΕΑΠ)