ΑΠΟΨΗ – press

Τα πάθη της πέτρας-Για τον Κ. Αναγνώστου.

Γράφει η Κατερίνα Σχισμένου

Πάνω στην  ποιητική συλλογή του Κώστα Αναγνώστου «Το ημέρωμα της πέτρας»

Αναζήτηση

Γέρασαν τα δέντρα

στα ηλιοβασιλέματα.

Οι άνθρωποι κοιμήθηκαν

στους αστερισμούς του θανάτου.

Κι όσοι μείναμε

κοιτάμε να βρούμε

το ανέσπερο φως της ελπίδας.

Στα Τζουμέρκα, στα ορεινά χωριά της Ηπείρου, στα μέρη που εξέθρεψαν ποιητές όπως ο Κοτζιούλας, αλλά και ελεύθερα  πνεύματα και  πνοές, έρχεται να προστεθεί και  μια σύγκρουση ποιητική  με την πέτρα. Με το υλικό που βρίσκεται συμβολικά συσσωρευμένο στις άγριες πλαγιές και χαράδρες της Πλατανούσσας, που στοιχειώνει τον τόπο αλλά και πιο πολύ τον χρόνο.

Τι είναι η πέτρα; Τι είναι το βάρος της ψυχής μας και της ζωής μας, που μεταβάλλεται σε πέτρα και μας τραβά στο γκρεμό και μόνο η ποίηση και η τέχνη μπορεί να βοηθήσει πριν τη συντριβή μας;  Μικρά χάι κου, μετρημένες οι λέξεις, πλεονάζουσες οι σκέψεις και ιπτάμενες οι εικόνες. Και η πέτρα κυρίαρχη σε κάθε στίχο και ποίημα, γεννιέται από το κενό με λίγη άμμο στην αντανάκλαση του ήλιου και στο φοβερό βήμα του θανάτου. «Υπάρχει το όριο του σύμπαντος./ Μια πέτρα και λίγη άμμος/ φανερώνουν την αντανάκλαση του ήλιου/ στο φοβερό βήμα του θανάτου./ Εγώ έφτιαξα τον κόσμο,/ βροντοφώναξε ο θεός/ και καμάρωνε το θαύμα/ της δημιουργίας του./Κι εμείς απορημένοι/ θελήσαμε να αντιγράψουμε/ το ψέμα του».    

Ακολουθεί στη λήθη του μεσημεριού, που ξυπνά μέσα στο χάος και ακολουθεί την όψη του θανάτου. «Μια πέτρα τυλίχθηκε/ στη λήθη του μεσημεριού./ Ξύπνησε όταν το χάος/ σήμανε το τέλος του./ Τώρα το Φως σβήνει/ κάτω απ’ την απατηλή σκιά της./ Κι εμείς περιδεείς/ κρύβουμε τα χέρια μας/ στην όψη του θανάτου».

Τ’ αηδόνια της Πλατανούσσας δε σ’ αφήνουν όμως να τυφλωθείς και μας μιλούνε με χίλιες φωνές, χωρίς να μπορούμε να τ’ ακούσουμε. «Περπατούν τα δέντρα/ στη σιωπή του έρωτα./ Σμίγουν οι φωλιές των αηδονιών/ στην απεραντοσύνη της νύχτας./ Όμως ο κομήτης δεν ξεγελά/ το μαύρο φως της Ευτυχίας./ Τυφλώθηκαν τα δέντρα/ στη σιωπή της λάσπης. /Άσπρα φτερά/ υψώνει το αηδόνι της νύχτας./ Μας μιλά με χίλιες φωνές./ Κι εμείς δεν ακούμε καμιά».

Η πέτρα συνεχίζει την ποιητική της πορεία και λειτουργία μέσα στο έργο του Αναγνώστου: «Η πέτρα ζεσταίνει την ελπίδα/ του καθαυτού όντος./ Κι εμείς εραστές της σιωπής/ ψάχνουμε στο χώμα/ να βρούμε την ουσία του σύμπαντος./ Η βροχή που δρασκελά/ την αλμύρα του αύριο/ θα ποτίσει τη νιότη του μέλλοντος». Ενώ ο άνθρωπος συχνά, απογυμνωμένος και περιδεής, ψάχνει στο χώμα για την ουσία και στην πέτρα της θάλασσας για ένα αιώνιο και μακρινό φυλαχτό. «Καρφωμένος στην πέτρα της θάλασσας/ χρόνια τώρα κοιτώ το κατάρτι/ του χιλιοταξιδεμένου πλοίου που έρχεται./ Αχ πότε, θεέ μου, θα βγει στη στεριά/ να ξεφορτώσει/ πραμάτειες του κόσμου όλου,/ πραμάτειες πλούσιες και φτωχές,/ μα που δεν τις σηκώνει ο νους/ και δεν τις χουφτιάζουν τα χέρια μας,/ κάτι να πάρω κι εγώ απ’ αυτές/ για αιώνιο φυλαχτό».

Η πέτρα αποκτά άλλη διάσταση,  όταν την πιάνει το ιδρωμένο χέρι του εργάτη, το θυμωμένο ή αποκαμωμένο του φτωχού για λύτρωση για παρηγοριά. «Πονεμένες πέτρες/ απ’ τον ιδρώτα των φτωχών/ Χώματα ιερά του δίκαιου εργάτη/ Νερά πελαγίσια/ Σμίξτε τις χορδές/ της Ζωής/ και λυτρώστε/ τον Ήλιο».    

Τι είναι η ποίηση παρά ένα καταφύγιο και μια ελπίδα στο φως; Τι να ήταν για τον ποιητή και συγγραφέα Γιώργη Κοτζιούλα, που τιμά ο κληρονόμος αυτής της δύσκολης κι επικίνδυνης τέχνης; Το εκφράζει με μεγάλη ακρίβεια ο Αναγνώστου: «Οι ποιητές του σύμπαντος/ δε γευματίζουν στα σαλόνια της γης./ Στέκονται αντιμέτωποι με το νερό του ήλιου». Και, φυσικά, είτε καίγονται απ’ αυτό είτε πνίγονται μέσα του, γιατί η πέτρα της ποίησης, όσο και να θέλουμε να τη μερώσουμε και να την αγκαλιάσουμε,  πάντοτε θα μας προδίδει. Γιατί τι είναι η ποίηση παρά σαν την πέτρα που προσπαθεί να σμιλέψει την ψυχή μας και να ζεστάνει το νου μας μέσα από τους αέναους κύκλους που εγγράφονται στα τετράγωνα της σκέψης; Ποίηση το καταφύγιο που μας μισεί, μας διώχνει και το αγαπάμε. Αντίο Κ. Αναγνώστου.

Σιωπή

Μια πέτρα τυλίχθηκε

στη λήθη του μεσημεριού.

Ξύπνησε όταν το χάος

σήμανε το τέλος του.

Τώρα το Φως σβήνει

κάτω απ’ την απατηλή σκιά της.

Κι εμείς περιδεείς

κρύβουμε τα χέρια μας

στην όψη του θανάτου.

«Το ημέρωμα της πέτρας» είναι η αγωνία που κύλησε από τις πλαγιές της μυστηριακής  Πλατανούσσας για να  χτίσει με το λιθαράκι της το ναό της ποίησης να παλέψει με τη ζωή αλλά πιο πολύ να κερδίσει το θάνατο. Μια φωνή μυστηριακή και ευαίσθητη. Μια φωνή που γνώριζε το σκότος και την τραγικότητα του Ανθρώπου. Αποχαιρετούμε τον ποιητή Κ. Αναγνώστου, όπως τον γνωρίσαμε.

Αναθεώρηση

Κι αν ξαναφτιάξεις, Θεέ μου,

τον κόσμο,

τουλάχιστον μην τον ντύσεις

με κουρέλια.

Πέταξέ του ζεστά ρούχα,

λίγο ψωμί, καρδιά,

πολλή αγάπη και Φως.