ΑΠΟΨΗ – press

Ι.Ν. Αγίου Δημήτριου Παλαιοκάτουνου Βουργαρελίου

Καθ’ όλη τη διάρκεια των δύσκολων χρόνων της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας, οι Τζουμερκιώτες διακατέχονταν από ένα βαθύ θρησκευτικό αίσθημα και αντιμετώπιζαν τις δυσχέρειες, τόσο του ορεινού και άγονου τόπου τους όσο και εκείνες που προέρχονταν από τους κατακτητές, πρωτίστως, με γνώμονα τον Θεό. Η βαθιά τους πίστη είχε ως αποτέλεσμα την ανέγερση πληθώρας μονών και ναών εντός των χωριών αλλά και σε σημεία απόμερα, επάνω στις ράχες των ορεινών όγκων. Στην κυριολεξία, σε κάθε λόφο, ύψωμα, πλάτωμα έχει κατασκευαστεί και ένας ναός ή καθολικό μονής, συνήθως μικρών διαστάσεων, ταπεινής καταγωγής και απλής διακόσμησης, τα οποία εκφράζουν και αποτυπώνουν, με τον καλύτερο τρόπο, τον λιτό χαρακτήρα του ορεινού πολιτισμού. Επιπλέον, η απομόνωση, εξαιτίας της γεωγραφικής τους  θέσης  και  η  σχετική  αυτονομία  που τους είχε παραχωρηθεί  από  τους Οθωμανούς ευνόησαν την ανοικοδόμηση εκκλησιαστικών μνημείων. Τα περισσότερα από τα μοναστήρια, εκτός από θρησκευτικά ιδρύματα,  λειτούργησαν  και  ως χώροι φιλοξενίας περαστικών, περίθαλψης ασθενών, καταφύγια κατατρεγμένων ή κυνηγημένων αλλά κυρίως ως πνευματικά ιδρύματα, τα οποία διατήρησαν και διέδωσαν τη γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις και κυρίως ρίζωσαν την ιδέα της επανάστασης και της απελευθέρωσης στις καρδιές των απλών κατοίκων στα σκοτεινά χρόνια της δουλείας. Δυστυχώς, τα σωζόμενα μνημεία χρονολογούνται από τον 17ο αι. και έπειτα, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Το γεγονός αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί, αν λάβουμε υπόψητην ταραγμένη ιστορία του τόπου με τις αλλεπάλληλες πυρπολήσεις των χωριών και την ανακατασκευή ή μεταφορά τους. Ωστόσο και πάλι ο αριθμός τους είναι σημαντικός, αναλογικά με τα δεδομένα της περιοχής.

            Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και ο Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Παλαιοκάτουνο Βουργαρελίου. Είναι κτισμένος επάνω σε ένα ευρύ πλάτωμα, στην κορυφή ενός μικρού λόφου, στα ΒΑ του οικισμού και προσβάσιμος με αυτοκίνητο. Έχει ανεγερθεί επί της στρατηγικής σημασίας οδικής αρτηρίας που ένωνε απευθείας την πρωτεύουσα του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου  Άρτα με τη Θεσσαλία. Εξάλλου και ο όρος «κατούνα», δεύτερο συνθετικό του οικισμού, σήμαινε, στη βυζαντινή εποχή, την κατασκήνωση, το στρατόπεδο, αποδεικνύοντας τη γενικότερη σημασία της ευρύτερης περιοχής.

            Ο ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο, ιδρύθηκε κατά το έτος 1832, σύμφωνα με τη σωζόμενη, επάνω από τον δυτικό τοίχο του κυρίως ναού, κτητορική επιγραφή. Ιστορήθηκε κατά το αμέσως επόμενο έτος, 1833, με την οικονομική συνδρομή του Ηγουμένου Ιερομονάχου Χριστοφόρου, δια χειρός Αναγνώστου και Χριστοδούλου του υιού αυτού, πάντοτε σύμφωνα με την επιγραφή.

            Ο Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου διαφαίνεται ότι λειτουργούσε ως καθολικό μονής, όπως συνάγεται από την ύπαρξη οικοδομικών λειψάνων ΝΔ του κτηρίου, πιθανώς κελιών, καθώς και ενός αλωνιού στα νότια. Επιπλέον, ιδρύθηκε με τη συνδρομή της Ι.Μ. Αγίου Γεωργίου Βουργαρελίου, της οποίας θα αποτέλεσε και μετόχι.

            Αρχιτεκτονικά, πρόκειται για ένα μικρό μονόχωρο καμαροσκέπαστο οικοδόμημα, με τριμερές Ιερό Βήμα και νάρθηκα. Η αψίδα, εξωτερικά, διαγράφεται πεντάπλευρη, ενώ, εσωτερικά, ημικυκλική. Τρία μικρά τετράγωνα παράθυρα εξασφάλιζαν τον φωτισμό. Αντίστοιχα, μία τοξωτή θύρα στη νότια πλευρά του νάρθηκα οδηγούσε σε μία έτερη τοξωτή είσοδο στον κυρίως ναό και διασφάλιζε την επικοινωνία. Το μνημείο είναι οικοδομημένο με αργολιθοδομή από εγχώριους λίθους. Επιπλέον, τέσσερις τραπεζιόσχημες αντηρίδες ενισχύουν τους πλαϊνούς τοίχους.

            Εσωτερικά, το καθολικό εμφανίζεται κατάγραφο από σχετικά καλά διατηρημένες τοιχογραφίες, οι οποίες ακολουθούν ένα ενιαίο εικονογραφικό πρόγραμμα π.χ. Πλατυτέρα και Συλλειτουργούντες Ιεράρχες στην κόγχη του Ιερού, σκηνές από τον Ευαγγελισμό έως και την Ανάσταση χρονολογικά, Άγιοι, Προφήτες, οι Ευαγγελιστές, σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη κ.α. Οι παραστάσεις υπομνηματίζονται με μεγαλογράμματες επιγραφές και διακρίνονται για τα ζωηρά χρώματα και τα έντονα περιγράμματα. Αντίθετα, οι τοίχοι του νάρθηκα, με εξαίρεση τον ανατολικό, έχουν μείνει ακόσμητοι, διασώζοντας μόνο ίχνη προσχεδίων. Το σύνολο των τοιχογραφιών έχει αποδοθεί στον Αναγνώστη Διαμάντη από τα Πλαίσια Κατσανοχωρίων και τον γιο του Χριστόδουλο και αποτελούν το πρωιμότερο έργο τους μνημειακής ζωγραφικής, προσφέροντας, παράλληλα, πολύτιμα στοιχεία για τη μεταβυζαντινή ζωγραφική του 19ου αι. συνολικά.

                                                                                       Κωνσταντίνα Ζήδρου

                                                                                           Αρχαιολόγος