Η απόφαση για ίδρυση Σχολής Δοκίμων Αστυφυλάκων στον Δήμο Αμφίκλειας-Ελάτειας της Φθιώτιδας, όπως ανακοινώθηκε με κοινό δελτίο Τύπου των Υπουργείων Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Προστασίας του Πολίτη στις 18 Μαρτίου 2026, επαναφέρει στο προσκήνιο μια συζήτηση που είχε ανοίξει και στην Άρτα, χωρίς όμως να έχει συνέχεια. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, παραχωρείται στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας δημόσια έκταση άνω των 36 στρεμμάτων με υφιστάμενα κτίρια, προκειμένου να δημιουργηθεί νέα σχολή εκπαίδευσης αστυφυλάκων, δυναμικότητας περίπου 110 εκπαιδευόμενων, με στόχο την ενίσχυση της εκπαίδευσης της ΕΛ.ΑΣ. αλλά και την τόνωση της τοπικής οικονομίας.
Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Άρτα, καθώς το προηγούμενο διάστημα είχε κατατεθεί αντίστοιχη πρόταση από την Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Άρτας για τη δημιουργία Σχολής Αστυφυλάκων στις εγκαταστάσεις του πρώην στρατοπέδου ΒΕΡΣΗ. Η πρόταση βασιζόταν στην αξιοποίηση υπαρχουσών υποδομών και στην ανάγκη να δοθεί αναπτυξιακή προοπτική στην περιοχή μετά τη συρρίκνωση στρατιωτικών και δημόσιων υπηρεσιών, ενώ υποστηριζόταν ότι μια τέτοια δομή θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σταθερός πυλώνας οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας.
Παρά το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι σχεδόν ταυτόσημο με αυτό που σήμερα προβάλλεται για τη Φθιώτιδα, η πρόταση για την Άρτα δεν προχώρησε. Αντίθετα, στην περίπτωση της Αμφίκλειας, η κυβέρνηση επισημαίνει ότι η ίδρυση της σχολής προέκυψε ύστερα από συνεργασία υπουργείων, βουλευτών, περιφέρειας και δήμου, γεγονός που δείχνει ότι τέτοιου τύπου αποφάσεις απαιτούν συντονισμένη πολιτική πίεση και κοινή διεκδίκηση.
Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Η Άρτα διέθετε εγκαταστάσεις, υπήρχε πρόταση και υπήρχε ανάγκη αξιοποίησης δημόσιων χώρων. Η πρόσφατη απόφαση για τη Φθιώτιδα δείχνει ότι όταν υπάρχει ενιαία στάση των τοπικών και κεντρικών φορέων, έργα με σαφές αναπτυξιακό αποτύπωμα μπορούν να προχωρήσουν. Για την Άρτα, το θέμα επανέρχεται πλέον όχι ως υπόθεση του παρελθόντος, αλλά ως υπενθύμιση ότι ευκαιρίες αυτού του τύπου χάνονται όταν δεν μετατρέπονται εγκαίρως σε κοινό στόχο.
