Στο Συμβούλιο της Επικρατείας επανέρχεται μία από τις πιο επίμονες περιβαλλοντικές και ενεργειακές υποθέσεις της τελευταίας δεκαετίας για την Ήπειρο, καθώς εκδικάζεται η αίτηση ακύρωσης κατά της ερευνητικής γεώτρησης υδρογονανθράκων στην περιοχή των όρων Κουρέντων, στο λεγόμενο «οικόπεδο Ιωαννίνων».
Η προσφυγή κατατέθηκε τον Ιανουάριο του 2024 από 30 φυσικά πρόσωπα και 18 νομικά πρόσωπα – μεταξύ αυτών πολιτιστικοί και περιβαλλοντικοί φορείς της περιοχής – και στρέφεται κατά της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ). Σύμφωνα με σχετικό ρεπορτάζ του Ηπειρωτικού Αγώνα, οι προσφεύγοντες επικαλούνται, μεταξύ άλλων, ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος, του υδροφόρου ορίζοντα και της ποιότητας ζωής, καθώς και ελλείψεις στη διαδικασία περιβαλλοντικής αξιολόγησης.
Η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση μετά από διαδοχικές αναβολές, με το τοπικό μέσο EpirusPost να αναφέρει ότι αφορά την ερευνητική γεώτρηση στη Γιουργάνιστα του Δήμου Ζίτσας και ότι πρόκειται για συνέχεια ενός κύκλου αντιδράσεων που ξεκινά ήδη από το 2014.
Παράλληλα, το πραγματικό τοπίο γύρω από την επένδυση έχει αλλάξει. Όπως προκύπτει από ρεπορτάζ της ΕΡΤ Ιωαννίνων, η Energean αποχώρησε από την ερευνητική δραστηριότητα στην περιοχή, με τη σύμβαση μίσθωσης να λήγει χωρίς ανανέωση και το «οικόπεδο Ιωαννίνων» να επιστρέφει στο Ελληνικό Δημόσιο. Η εξέλιξη αυτή είχε οδηγήσει πολλούς στο συμπέρασμα ότι το ζήτημα έχει ουσιαστικά κλείσει.
Ωστόσο, νέα δεδομένα το επαναφέρουν. Οικονομικά ρεπορτάζ των τελευταίων ημερών επισημαίνουν ότι τα blocks που έχουν επιστραφεί – μεταξύ αυτών και των Ιωαννίνων – βρίσκονται ξανά στο τραπέζι, στο πλαίσιο ενδεχόμενου νέου κύκλου παραχωρήσεων υδρογονανθράκων. Αν και δεν υπάρχει ακόμη οριστική κυβερνητική απόφαση, η συζήτηση αυτή αρκεί για να δώσει νέα βαρύτητα στην εκδίκαση της υπόθεσης.
Στο ευρύτερο ενεργειακό πλαίσιο, η κινητικότητα είναι ήδη ορατή. Σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, η Ελλάδα προχωρά σε επόμενη φάση ερευνών σε υπεράκτια blocks στο Ιόνιο, με προοπτική ακόμη και δοκιμαστικών γεωτρήσεων τα επόμενα χρόνια. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι το ζήτημα των υδρογονανθράκων παραμένει ανοιχτό σε εθνικό επίπεδο.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εκδίκαση στο ΣτΕ αποκτά διπλή σημασία: αφενός αφορά τη νομιμότητα της συγκεκριμένης περιβαλλοντικής αδειοδότησης, αφετέρου μπορεί να λειτουργήσει ως «οδηγός» για το πώς θα αντιμετωπιστούν αντίστοιχες υποθέσεις στο μέλλον.
Το αποτέλεσμα της δίκης δεν αναμένεται άμεσα. Ωστόσο, η απόφαση που θα εκδοθεί θα αποτελέσει κρίσιμο σημείο αναφοράς, σε μια περίοδο όπου η ισορροπία ανάμεσα στην ενεργειακή πολιτική και την περιβαλλοντική προστασία επανέρχεται δυναμικά στο δημόσιο διάλογο.
