Γράφει ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ
Η αυστηρή εφαρμογή του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας αποτελεί ασφαλώς θεμιτό στόχο μιας οργανωμένης πολιτείας. Η προστασία της ανθρώπινης ζωής, η πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων και η εμπέδωση οδικής συνείδησης δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Ωστόσο, σε κάθε ευνομούμενη κοινωνία, η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου οφείλει να συμβαδίζει με τη λογική, τη δικαιοσύνη και πρωτίστως με την αρχή της αναλογικότητας.
Το τελευταίο διάστημα, στην πόλη της Άρτας παρατηρείται μια ιδιαίτερα αυστηρή αντιμετώπιση ακόμη και ήπιων ή ελάσσονος σημασίας παραβάσεων του ΚΟΚ. Η επιλογή αυτή φαίνεται να συνδέεται με την κοινή κατεύθυνση που διαμορφώθηκε ύστερα από σύσκεψη εκπροσώπων της Τροχαίας, του Δήμου, του Επιμελητηρίου και του Εμπορικού Συλλόγου, κατά την οποία αποφασίστηκε η αυστηρή εφαρμογή του στο σύνολο της πόλης.
Όμως η εφαρμογή του νόμου δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένη από την πραγματικότητα μέσα στην οποία καλείται να εφαρμοστεί.
Η Άρτα, ιδίως κατά την παρούσα περίοδο εκτέλεσης έργων και παρεμβάσεων στο πλαίσιο του υπό κατασκευή OPEN MALL, έχει μετατραπεί σε εκτεταμένο εργοτάξιο.
Η κυκλοφορία οχημάτων και δικύκλων διεξάγεται καθημερινά υπό ιδιαίτερα δυσχερείς συνθήκες. Περισσότερες οδοί έχουν μετατραπεί σε πεζόδρομους, η κίνηση στους εναπομείναντες δρόμους καθίσταται συχνά προβληματική, ενώ οι συνεχείς τομές και εκσκαφές από οργανισμούς κοινής ωφέλειας αφήνουν πίσω τους λακκούβες, πρόχειρες αποκαταστάσεις και επικίνδυνες «ραφές» του οδοστρώματος, που ιδίως για τους δικυκλιστές συνιστούν καθημερινή πηγή κινδύνου.
Συνεπώς, η δημοτική αρχή, ο εμπορικός σύλλογος, το επιμελητήριο και προεχόντως η Τροχαία, στο πλαίσιο της υποχρέωσής τους αφενός να διασφαλίζουν την ασφαλή και εύρυθμη κυκλοφορία πολιτών και οχημάτων και αφετέρου να διευκολύνουν την καθημερινότητα των εποχουμένων υπό τις ήδη επιβαρυμένες κυκλοφοριακές υποδομές της πόλης, οφείλουν να επανεξετάσουν τη συνολική πολιτική που συνήθως συναποφασίζουν να ακολουθείται στο ζήτημα της κυκλοφορίας και της εφαρμογής του νέου ΚΟΚ.
Πόσω δε μάλλον όταν η πόλη διαθέτει περιορισμένο αστικό χώρο, με μεγάλο μέρος του οδικού δικτύου να έχει μετατραπεί σε πεζοδρόμους και ελάχιστους δρόμους να εξυπηρετούν πλέον τη βασική κυκλοφορία. Παράλληλα, όπως προ-ειπώθηκε, η εκτέλεση έργων και οι συνεχείς παρεμβάσεις οργανισμών κοινής ωφέλειας έχουν επιβαρύνει σοβαρά το οδικό δίκτυο, δημιουργώντας επικίνδυνες συνθήκες, κυρίως για τους οδηγούς δικύκλων.
Υπό τις συνθήκες αυτές, από την πλευρά της δημοτικής αρχής απαιτούνται γενναίες αλλά και ρεαλιστικές παρεμβάσεις, όπως:
- ηλειτουργίαορισμένων πεζοδρόμων ως οδών ήπιας κυκλοφορίας σε ώρες χαμηλής διέλευσης πεζών.
- η αύξηση των χώρων στάθμευσης δικύκλων,ώστε να περιοριστούν τα φαινόμενα παράνομου πάρκινγκ.
- η ουσιαστική αποκατάστασητων φθαρμένων οδοστρωμάτων, τα οποία,εξ ‘αιτίας των έργων που συχνά πραγματοποιούν η ΔΕΗ, Εταιρείες Κινητής Τηλεφωνίας, ο Δήμος κ.ά , δύσκολα- αλλά όχι ακίνδυνα- διατρέχονται.
- η αποκατάστασηκαι ουσιαστική βελτίωσητων πλέον προβληματικών τμημάτων του περιφερειακού δρόμου —ιδίως στα σημεία από τον κόμβο του Ευζώνου έως την είσοδο της γέφυρας, καθώς και λίγα μέτρα μετά την τελευταία μέχρι τους πρώτους σηματοδότες με κατεύθυνση τους Κωστακιούς— αλλά και πολλών κεντρικών οδικών αρτηριών αυξημένης κυκλοφορίας, όπως οι οδοί Βασιλέως Κωνσταντίνου, Βασιλέως Πύρρου, Κομμένου, Μαξίμου Γραικού, Μακρυγιάννη κ.ά., όπου οι λακκούβες, οι πρόχειρες επιτσιμεντώσεις και οι έντονες ανωμαλίες του οδοστρώματος δημιουργούν καθημερινά σοβαρούς κινδύνους για πεζούς, οδηγούς και οχήματα.
- η λήψηαποτελεσματικών μέτρων τροχονομικής ρύθμισης και διαχείρισης της κυκλοφορίας στον περιφερειακό δρόμο τις ημέρες κυκλοφοριακής αιχμής, ιδίως κατά τις παραμονές μεγάλων εορτών, τα τριήμερα αργιών ή και τα Σαββατοκύριακα, με στόχο τον περιορισμό των μεγάλων ουρών και της πολύωρης συμφόρησης που παρατηρείται κατά την έξοδο των οχημάτων από την πόλη προς Ιωάννινα, κ.ά.
Οι παρεμβάσεις αυτές δεν συνδέονται μόνο με την ποιότητα ζωής των κατοίκων αλλά και με την ίδια την εικόνα της πόλης στους επισκέπτες και στους διερχόμενους. Κυρίως όμως συνδέονται με την ανάγκη πρόληψης δυσάρεστων ή ακόμη και επικίνδυνων καταστάσεων που γεννά μια κυκλοφοριακά πιεσμένη και κατασκευαστικά επιβαρυμένη πόλη.
Ωστόσο μέσα σε αυτή την αντικειμενικά επιβαρυμένη κυκλοφοριακή πραγματικότητα, η αντιμετώπιση κάθε παράβασης με αμιγώς τιμωρητική λογική δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς.
Και τούτο διότι το δίκαιο δεν εξαντλείται στην τυπική διαπίστωση μιας παράβασης, αλλά απαιτεί και ουσιαστική στάθμιση του τόπου, του χρόνου, των ειδικών συνθηκών, της βαρύτητας της πράξης, του βαθμού επικινδυνότητας, και των πραγματικών αιτίων που την προκάλεσαν.
Συνεπώς η διοίκηση της Τροχαίας δεν πρέπει να λειτουργεί ως αυτοματοποιημένος μηχανισμός επιβολής κυρώσεων.
Αντίθετα οφείλει να εξετάζει κάθε περίπτωση ξεχωριστά, με προσοχή, καλοπιστία και με διοικητική ευθυκρισία. Ιδίως δε όταν πρόκειται για ήπιες παραβάσεις, που τελέστηκαν χωρίς πρόκληση πραγματικού κινδύνου και υπό ιδιαίτερες περιστάσεις, η επιμονή σε μια άκαμπτη και οριζόντια κατασταλτική πρακτική ενδέχεται να την απομακρύνει από τον κοινωνικό και παιδαγωγικό ρόλο που οφείλει να επιτελεί.
Εύλογη επομένως ανησυχία προκαλεί η εντύπωση ότι πολλές από τις υποβαλλόμενες ενστάσεις ενώπιον της διοίκησης της Τροχαίας απορρίπτονται σχεδόν τυποποιημένα, χωρίς ουσιαστική διερεύνηση των πραγματικών λόγων που επικαλείται ο διοικούμενος-παραβάτης και χωρίς πλήρη αξιολόγηση των ειδικών περιστάσεων κάθε υπόθεσης.
Μια τέτοια πρακτική, όμως, εφόσον παγιωθεί, κινδυνεύει να μετατρέψει το δικαίωμα διοικητικής αμφισβήτησης σε τυπική διαδικασία χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.
Το ζητούμενο, ασφαλώς, δεν είναι η ανοχή στην παραβατικότητα ούτε η κατάργηση της έννομης τάξης.
Είναι όμως απαραίτητο να γίνεται κατανοητό ότι η αυστηρότητα δεν ταυτίζεται πάντοτε με τη δικαιοσύνη. Ούτε η αποτελεσματική αστυνόμευση επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω της αδιάκριτης επιβολής κυρώσεων.
Το κράτος δικαίου απαιτεί η διοικητική δράση σε όλες τις εκφάνσεις της να διέπεται: από την αρχή της χρηστής διοίκησης, την υποχρέωση ειδικής αιτιολογίας και κυρίως την αρχή της αναλογικότητας, την οποία και κατοχυρώνει το Σύνταγμα.
Όμως η αρχή αυτή επιβάλλει να υπάρχει και εύλογη σχέση ανάμεσα: στη βαρύτητα της παράβασης, στις συνθήκες τέλεσής της και στην ένταση της διοικητικής κύρωσης.
Από την αρχή αυτή άλλωστε απορρέει και η επιείκεια. Όχι ως ένδειξη αδυναμίας της Διοίκησης, αλλά ως έκφραση ώριμης και πολιτισμένης εφαρμογής του νόμου.
Διότι η επιείκεια δεν αναιρεί την έννομη τάξη· αντιθέτως, την εξανθρωπίζει.
Συνεπώς οι αρμόδιες υπηρεσίες της Τροχαίας, σε κάθε βαθμίδα, έχουν τόσο τη δυνατότητα όσο και την υποχρέωση να εξετάζουν με μεγαλύτερη προσοχή τις ήπιες παραβάσεις και τις ενστάσεις που υποβάλλονται, σταθμίζοντας τις πραγματικές συνθήκες κάθε περιστατικού και τις συνέπειες που ενδέχεται να επιφέρει η επιβολή μιας κύρωσης στον πολίτη ή ακόμη και σε τρίτους.
