Το πολιτικό θερμόμετρο στην Άρτα ανεβαίνει σταθερά τους τελευταίους μήνες, όχι λόγω κάποιας επίσημης προεκλογικής περιόδου, αλλά εξαιτίας μιας σειράς εξελίξεων που μεταβάλλουν σταδιακά τις ισορροπίες σε όλα σχεδόν τα πολιτικά στρατόπεδα. Οι συζητήσεις που μέχρι πρόσφατα περιορίζονταν σε κομματικά γραφεία, πολιτικά πηγαδάκια και προσωπικές εκτιμήσεις, πλέον αποκτούν πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο, καθώς οι πιθανές ανακατατάξεις σε εθνικό επίπεδο επηρεάζουν άμεσα και την τοπική πολιτική γεωγραφία.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται η πληροφορία που διακινείται έντονα το τελευταίο διάστημα και αφορά πιθανό διορισμό του βουλευτή Άρτας Γιώργου Στύλιου στη θέση του Γραμματέα της Νέας Δημοκρατίας. Παρότι δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση, μόνο η συζήτηση ενός τέτοιου ενδεχομένου αρκεί για να προκαλέσει πολιτικές δονήσεις στον νομό.
Ο λόγος είναι προφανής. Η θέση του Γραμματέα ενός κυβερνώντος κόμματος δεν αποτελεί απλώς έναν οργανωτικό ρόλο. Συνιστά κέντρο πολιτικής επιρροής, πρόσβασης στους κομματικούς μηχανισμούς και συμμετοχής στη διαμόρφωση των εσωτερικών ισορροπιών. Για έναν βουλευτή επαρχιακού νομού, μια τέτοια αναβάθμιση μεταφράζεται σε αυξημένο πολιτικό βάρος τόσο εντός του κόμματος όσο και απέναντι στους εν δυνάμει εσωκομματικούς ανταγωνιστές του.
Αυτό ακριβώς εξηγεί και τον προβληματισμό που φαίνεται να επικρατεί σε πρόσωπα τα οποία φέρονται να εξετάζουν το ενδεχόμενο μελλοντικής καθόδου στην εκλογική μάχη της Άρτας με τη Νέα Δημοκρατία. Σε έναν μονοεδρικό σχεδόν πολιτικά νομό, όπου η προσωπική επιρροή συχνά παίζει μεγαλύτερο ρόλο από τις κομματικές γραμμές, η ενίσχυση ενός ήδη εδραιωμένου πολιτικού παράγοντα μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για νέες υποψηφιότητες ή να αναγκάσει επίδοξους διεκδικητές να επαναξιολογήσουν τη στρατηγική τους.
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διεργασίες στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς. Η κινητικότητα γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την Άρτα, καθώς πρόκειται για τον τόπο καταγωγής του πρώην πρωθυπουργού. Κάθε πολιτική του κίνηση, ανεξαρτήτως τελικής μορφής, αποκτά αυτομάτως αυξημένο συμβολισμό για την περιοχή.
Ωστόσο, εδώ υπάρχει μια κρίσιμη παράμετρος. Η βουλευτής Άρτας Όλγα Γεροβασίλη εξακολουθεί να αποτελεί κορυφαίο πολιτικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ και να ανήκει θεσμικά και πολιτικά στον χώρο αυτό. Επομένως, οποιαδήποτε νέα πολιτική πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα δημιουργεί αυτομάτως ερωτήματα για το πώς θα διαμορφωθούν οι σχέσεις, οι συμμαχίες και οι πολιτικές αναφορές στην περιοχή. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν ότι η Άρτα μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους πλέον ενδιαφέροντες μικρούς πολιτικούς «δείκτες» για την πορεία των εξελίξεων στον προοδευτικό χώρο.
Αντίστοιχα σύνθετη εμφανίζεται και η εικόνα στο ΠΑΣΟΚ. Οι διακυμάνσεις που καταγράφονται στις δημοσκοπήσεις σε εθνικό επίπεδο επηρεάζουν αναπόφευκτα και την τοπική οργάνωση του κόμματος. Παρά το γεγονός ότι η συζήτηση για τις επόμενες εκλογές παραμένει θεωρητικά πρόωρη, αρκετά στελέχη παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, αναμένοντας τις τελικές αποφάσεις για τη σύνθεση των ψηφοδελτίων.
Το βασικό πρόβλημα για το ΠΑΣΟΚ στην παρούσα φάση δεν είναι μόνο η επιλογή προσώπων, αλλά και η διαμόρφωση μιας σαφούς πολιτικής ταυτότητας απέναντι τόσο στη Νέα Δημοκρατία όσο και στις ευρύτερες ανακατατάξεις που προκαλεί η πιθανότητα νέων πολιτικών σχηματισμών. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι τοπικές κοινωνίες δεν αναζητούν απλώς υποψηφίους, αλλά πειστικές πολιτικές αφηγήσεις.
Και ενώ τα παραδοσιακά κόμματα αναζητούν τις νέες τους ισορροπίες, εμφανίζονται στο πολιτικό προσκήνιο και νέα κέντρα αναφοράς. Το πολιτικό κεφάλαιο που δημιούργησε η Μαρία Καρυστιανού μέσα από την υπόθεση των Τεμπών εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις και πολιτικές προβολές σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της Άρτας. Παρότι παραμένει ασαφές αν και με ποια μορφή μπορεί να εκφραστεί πολιτικά αυτό το ρεύμα, είναι φανερό ότι ένα μέρος της κοινωνίας παρακολουθεί με ενδιαφέρον κάθε σχετική εξέλιξη.
Παράλληλα, οι συζητήσεις γύρω από ενδεχόμενη πολιτική κίνηση που θα συνδεόταν με τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά φαίνεται να βρίσκουν ακροατήριο και στην περιοχή. Η ύπαρξη παραδοσιακών συντηρητικών ψηφοφόρων, αλλά και πολιτών που εκφράζουν δυσφορία απέναντι στις υφιστάμενες κομματικές επιλογές, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου τέτοιες αναφορές δεν περνούν απαρατήρητες.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι όλες αυτές οι εξελίξεις συμβαίνουν ταυτόχρονα. Η Νέα Δημοκρατία συζητά πιθανές εσωκομματικές αναβαθμίσεις. Ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε μεταβατική φάση. Το ΠΑΣΟΚ αναζητεί σταθερό βηματισμό. Νέες πολιτικές πρωτοβουλίες εμφανίζονται στον ορίζοντα. Και η κοινωνία εμφανίζεται πιο ρευστή και λιγότερο κομματικά «κλειδωμένη» σε σχέση με προηγούμενες περιόδους.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Άρτα παύει να αποτελεί έναν απλό επαρχιακό εκλογικό νομό. Με τον ιδιαίτερο συμβολισμό που φέρει λόγω της καταγωγής σημαντικών πολιτικών προσώπων, αλλά και με τις τοπικές ισορροπίες να παραμένουν ανοιχτές, εξελίσσεται σε έναν μικρό αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέροντα πολιτικό καθρέφτη των αλλαγών που συντελούνται σε εθνικό επίπεδο.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η επόμενη περίοδος δεν θα κριθεί αποκλειστικά στις κάλπες. Θα κριθεί στις μετακινήσεις στελεχών, στις πολιτικές πρωτοβουλίες, στις συμμαχίες που θα διαμορφωθούν και κυρίως στην ικανότητα των πολιτικών δυνάμεων να πείσουν ότι μπορούν να εκφράσουν μια κοινωνία η οποία δείχνει ολοένα και πιο δύσπιστη απέναντι στα παραδοσιακά πολιτικά σχήματα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΪΝΤΑΣΗΣ
