26.8 C
Arta
4 Ιουλίου 2022

Αθαμανία ή Τζουμέρκα Δύο ονομασίες – ίδια περιοχή

Διαβάστε επίσης

Η ορεινή περιοχή των Τζουμέρκων αποτελεί τμήμα της κεντρικής Πίνδου. Ανατολικά και δυτικά οριοθετείται από τους ποταμούς Αχελώο και Άραχθο αντίστοιχα. Στα βόρεια ως φυσικό σύνορό της θεωρείται το όρος Λάκμος, ενώ στα νότια φτάνει έως την περιοχή της Κάτω Καλεντίνης. Στο εσωτερικό της, δεσπόζουν πολυάριθμοι ψηλοί και απόκρημνοι ορεινοί όγκοι, οι οποίοι συντέλεσαν στη διαμόρφωση των ιδιαιτεροτήτων της ιστορικής της πορείας, άφθονα νερά και κοιλάδες. Στην επικράτεια των Τζουμέρκων περιλαμβάνονται 47 Δ.Δ., οι οποίες ανήκουν διοικητικά στις Π.Ε. Ιωαννίνων, Άρτης και Τρικάλων. Στην πραγματικότητα όμως, λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύνολο με κοινή ιστορική πορεία, παράδοση και πολιτισμό, όπως αποδεικνύεται από τις γραπτές μαρτυρίες, τα μνημεία, τις παραδόσεις, τα τοπωνύμια, τα ήθη, τα έθιμα κ.α.
Γενικά, η πορεία των Τζουμέρκων μέσα στον χρόνο υπήρξε μακραίωνη και πολυτάραχη. Ήδη από την εποχή του Χαλκού και γύρω στο 2000 π.Χ., περίοδο άφιξης των πρώτων ελληνόφωνων φύλων στην Ήπειρο, εγκαθίσταται στη συγκεκριμένη περιοχή το φύλο των Αθαμάνων, από όπου πήρε και το όνομά της και έκτοτε έμεινε γνωστή ως Αθαμανία ή κατ’ άλλους Αθαμαντία. Η έλλειψη όμως συστηματικής αρχαιολογικής έρευνας και οι περιορισμένες αναφορές στις γραπτές πηγές αποτελούν ανάσχεση στη μελέτη της πορείας και δράσης του συγκεκριμένου φύλου, τόσο κατά την προϊστορική εποχή όσο και κατά την κλασική αρχαιότητα.
Αντίθετα με την ιστορική της πορεία και αναφορικά με το όνομα της περιοχής είμαστε σίγουροι ότι προήλθε από τον μυθικό επώνυμο ήρωα και ιδρυτή του ομώνυμου βασιλείου Αθάμαντα.
Η ιστορία του και ο βίος του σχετίζονται τόσο με τους Διονυσιακούς και Αργοναυτικούς μύθους όσο και με τον πλούσιο Θηβαϊκό κύκλο. Πιο συγκεκριμένα, ο Αθάμας ήταν γιος του Αιόλου, αδερφός του Κρηθέα, παππού του Ιάσονα, του Σαλμονέα και του Σισύφου και βασιλιάς του βοιωτικού Ορχομενού. Από την πρώτη σύζυγό του, τη Νεφέλη, είχε αποκτήσει δυο παιδιά, τον Φρίξο και την Έλλη. Ωστόσο αργότερα, εγκατέλειψε τη Νεφέλη και νυμφεύθηκε την Ινώ, κόρη του ιδρυτή και βασιλιά της Θήβας Κάδμου, με την οποία απέκτησαν άλλα δύο παιδιά, τον Μελικέρτη και την Αγαύη. Η Ινώ όμως επιθυμούσε να εξοντώσει τον πρώτο γιο του Αθάμαντα, τον Φρίξο. Έτσι, επινόησε ένα τέχνασμα. Έπεισε τις γυναίκες του Ορχομενού να φρύγουν το σιτάρι πριν από τη σπορά ώστε αυτό να μη φυτρώνει. Ως συνέπεια της έλλειψης σιτηρών, ο βασιλιάς ζήτησε χρησμό από τους θεούς. Στη συνέχεια, η Ινώ δωροδόκησε τους απεσταλμένους του να μεταφέρουν, ψευδώς, στον Αθάμαντα ότι επιθυμία του θεού ήταν η θυσία του γιου του Φρίξου. Ο βασιλιάς, υπακούοντας στη θεία βούληση αλλά και υποκύπτοντας στην πίεση των υπηκόων του, ετοίμασε τη θυσία. Ωστόσο, η Νεφέλη, η μητέρα του Φρίξου, έστειλε στα δύο παιδιά της, την ημέρα της θυσίας, έναν χρυσόμαλλο κριό, δώρο του Ερμή. Αμέσως, ανέβηκαν στη ράχη του και πέταξαν με κατεύθυνση προς την Αία ή την Κολχίδα, όπου βασίλευε ο Αιήτης αδελφός της συζύγου του Μίνωα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όμως, η Έλλη έπεσε στη θάλασσα, στο σημείο το επονομαζόμενο Ελλήσποντος. Αντίθετα, ο Φρίξος κατόρθωσε να φτάσει στον προορισμό του. Εκεί, θυσίασε τον κριό στο Δία και χάρισε το χρυσόμαλλο δέρας στο βασιλιά Αιήτη, ο οποίος το κρέμασε στο δέντρο ενός άλσους αφιερωμένου στον Άρη. Πρόκειται ακριβώς για το χρυσόμαλλο δέρας για το οποίο πραγματοποιήθηκε αργότερα η αργοναυτική εκστρατεία.
Αντίστοιχα, ο βίος του Αθάμαντα επηρεάστηκε και από την πορεία του θεού Διονύσου. Πιο συγκεκριμένα, ο Διόνυσος ήταν γιος του Δία και της Σεμέλης, κόρης του Κάδμου και αδελφής της Ινούς συνεύνου του Αθάμαντα. Όταν όμως η Ήρα πληροφορήθηκε την απιστία του συζύγου της, κεραυνοβόλησε τη Σεμέλη. Ο Δίας, με τη σειρά του, για να σώσει το έμβρυο, το έραψε στο μηρό του ώσπου να συμπληρωθεί ο χρόνος της κύησής του. Στη συνέχεια, παρέδωσε το βρέφος στον Ερμή με την εντολή να το μεταφέρει στον Ορχομενό στην Ινώ και τον Αθάμαντα, οι οποίοι θα το ανέθρεφαν ως κορίτσι προκειμένου να διαφύγει την καταδίωξη της Ήρας. Ωστόσο, η Ήρα ανακάλυψε την απάτη και τιμώρησε το βασιλικό ζεύγος, διασαλεύοντας τη λογική τους. Κατά τη διάρκεια της μανίας που τους κατέλαβε, θανάτωσαν τα δύο παιδιά τους, τον Μελικέρτη και την Αγαύη. Μόλις συνήλθαν και συνειδητοποίησαν τις πράξεις τους, η Ινώ, κρατώντας στα χέρια της το νεκρό γιο της, πήδηξε στη θάλασσα. Εκεί όμως, τόσο αυτή όσο και ο Μελικέρτης μεταμορφώθηκαν από τον Ποσειδώνα σε θαλάσσιες θεότητες, γνωστές με τα ονόματα Λευκοθέα και Παλαίμων. Αντίστοιχα, ο Αθάμας αυτοεξορίστηκε και αφού περιπλανήθηκε αρκετά, κατέληξε στην ορεινή Πίνδο όπου και βασίλευσε στους Αθαμάνες. Παράλληλα, ο Ερμής μετέφερε το μικρό Διόνυσο στις Νύμφες στη Νύσα της Ασίας, όπου και παρέμεινε μέχρι την ενηλικίωσή του. Τέλος, στον βίο του Αθάμαντα περιλαμβάνεται και ο προερχόμενος από το θηβαϊκό κύκλο μύθος της κόρης του Αγαύης. Από τον γάμο της με το «σπαρτό» Εχίονα απέκτησε έναν γιο, τον Πενθέα. Αυτός κατακρεουργήθηκε από τη μητέρα του, επειδή κατά τη διάρκεια της βασιλείας του επιδίωξε, μάταια βέβαια, να εμποδίσει τη διάδοση και εδραίωση της διονυσιακής λατρείας στη Θήβα.
Το σύγχρονο τοπωνύμιο Τζουμέρκα εμφανίζεται πολύ αργότερα. Ήδη όμως από το 1225 εντοπίζεται ο τύπος Τζερμερνίκου, από τον οποίο προήλθε, πιθανότατα, και η ονομασία Τζουμέρκα. Πιο συγκεκριμένα, στην Αγγλία, μεταξύ άλλων ελληνικών χειρογράφων, υπάρχει και ένα λειτουργικό χειρόγραφο, το οποίο ολοκληρώθηκε, κατά το έτος 1225, από τον αναγνώστη Μιχαήλ Παπαδόπουλο, γιο του ιερέως Γεωργίου, κατοίκου του δρόγγου Τζερμερνίκου. Πρόκειται για την αρχαιότερη γνωστή μαρτυρία και πρόδρομο, πιθανότατα, του σύγχρονου τοπωνυμίου Τζουμέρκα. Σύμφωνα με καταξιωμένους Έλληνες και ξένους ερευνητές, οι οποίοι μελέτησαν διεξοδικά το συγκεκριμένο τοπωνύμιο, αυτό φαίνεται ότι έχει παλαιοσλαβική προέλευση και δηλώνει τον τόπο όπου φύεται το βότανο ελλέβορος, το νεοελληνικό σκάρφη ή τρελλοβότανο. Επίσης, το σωστό τοπωνύμιο διορθώνεται σε Τζεμέρνικο, όπως αναφέρεται στο Χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου του 1321, υπέρ της Μητροπόλεως των Ιωαννίνων. Αντίθετα, ο όρος Τζερμερνίκου δημιουργήθηκε από αβλεψία του αντιγραφέα. Το σύγχρονο τοπωνύμιο Τζουμέρκα μνημονεύεται για πρώτη φορά ως Τζιουμέρκα κατά το έτος 1696, σε έγγραφο του κλήρου της Άρτας προς του άρχοντες της Βενετίας.

Προηγούμενο άρθροΗ δική μας FRAU Architekt
Επόμενο άρθροΚίνδυνος για τα ακτινίδια

Διαβάστε επίσης

Τελευταία Νέα