Η κτηματογράφηση στην Ελλάδα είναι ένα από εκείνα τα έργα που όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να γίνει, αλλά κανείς δεν συμφωνεί πώς γίνεται. Στη θεωρία είναι η πιο ορθολογική διαδικασία που μπορεί να έχει ένα κράτος: να γνωρίζει με ακρίβεια ποιος έχει τι, πού βρίσκεται και με ποιον τίτλο. Στην πράξη όμως, κάθε φορά που η διοίκηση επιχειρεί να μεταφέρει την πραγματικότητα σε ένα ψηφιακό σύστημα, εμφανίζονται δυσλειτουργίες που θυμίζουν περισσότερο παλιό διοικητικό λαβύρινθο παρά σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Τα προβλήματα που καταγγέλλονται για την κτηματογράφηση σε Άρτα και Πρέβεζα είναι χαρακτηριστική περίπτωση.

Η ερώτηση που κατέθεσε στη Βουλή η Όλγα Γεροβασίλη προς τον Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης φέρνει στο προσκήνιο σοβαρές δυσλειτουργίες μετά την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου στις 29 Ιανουαρίου 2026 σε Άρτα και Πρέβεζα, όπως καταγγέλλουν πολίτες, μηχανικοί, δικηγόροι και τοπικοί φορείς.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι ότι υπάρχουν λάθη. Σε κάθε μεγάλη διοικητική μεταρρύθμιση λάθη θα υπάρξουν. Το ζήτημα είναι το είδος των λαθών και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται. Σύμφωνα με τις καταγγελίες, σε πολλές περιπτώσεις δεν αναγνωρίζονται νόμιμοι τίτλοι κυριότητας, ακόμη και όταν αυτοί έχουν εκδοθεί από το ίδιο το ελληνικό κράτος. Παραχωρητήρια του πρώην Υπουργείου Γεωργίας ή της Διεύθυνσης Δασών, που χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1960, φαίνεται να μην λαμβάνονται υπόψη, με αποτέλεσμα ιδιοκτήτες που κατέχουν ακίνητα επί δεκαετίες να εμφανίζονται ξαφνικά χωρίς δικαίωμα, ενώ ως κύριος καταχωρίζεται το Δημόσιο.
Σε ορισμένες τοπικές κοινότητες της ορεινής Άρτας, όπως Πιστιανά, Ροδαυγή, Σκούπα και Δαφνωτή, το φαινόμενο εμφανίζεται σε πολύ μεγάλο ποσοστό, γεγονός που δείχνει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένα σφάλματα αλλά για συστημική αστοχία. Αντίστοιχα προβλήματα καταγγέλλονται και σε δημοτικές εκτάσεις ή δημόσια κτίρια, όπου εμφανίζονται ως «άγνωστου ιδιοκτήτη» ή ως συνιδιοκτησίες με το Δημόσιο ακόμη και χώροι σχολείων ή κοινωφελών εγκαταστάσεων.
Ιδιαίτερα προβληματικό είναι ότι πολλές από τις αποκλίσεις δεν εμφανίστηκαν στο στάδιο της ανάρτησης, όταν οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν αντιρρήσεις, αλλά προέκυψαν αργότερα, κατά τη μετάβαση του συστήματος σε πλήρη λειτουργία. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα οι ιδιοκτήτες καλούνται να αποδείξουν ξανά δικαιώματα που ήδη είχαν αναγνωριστεί, να υποβάλουν νέες αιτήσεις, να πληρώσουν μηχανικούς και δικηγόρους και να μπουν σε χρονοβόρες διαδικασίες, όχι επειδή έκαναν λάθος οι ίδιοι, αλλά επειδή το έκανε η διοίκηση.
Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό ζήτημα. Η κτηματογράφηση υποτίθεται ότι γίνεται για να εξασφαλίσει ασφάλεια δικαίου και σταθερότητα στις συναλλαγές. Όταν όμως τα λάθη του συστήματος μετατρέπονται σε βάρος του πολίτη, τότε το έργο αντί να λύνει προβλήματα δημιουργεί νέα. Αντί η διοίκηση να διορθώνει τις αστοχίες της, ζητά από τον πολίτη να αποδείξει ξανά αυτό που ήδη είχε αποδείξει, μετακυλίοντας σε αυτόν το κόστος, την ευθύνη και την ταλαιπωρία. Και αυτό είναι ίσως το πιο γνώριμο, αλλά και το πιο δύσκολο να διορθωθεί, χαρακτηριστικό της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.


