Η Άρτα δεν είναι πια μόνο γέφυρα και πορτοκάλια. Είναι και μια μικρή ενεργειακή περιφέρεια. Τα τελευταία χρόνια, χωράφια γέμισαν πάνελ και μαζί τους καλλιεργήθηκε μια βεβαιότητα: ότι η πράσινη ενέργεια είναι επένδυση χαμηλού ρίσκου, σχεδόν προβλέψιμη. Σήμερα, αυτή η βεβαιότητα δοκιμάζεται. Όχι από κάποια αποτυχία της τεχνολογίας, αλλά από την ίδια της την επιτυχία.
Οι ειδικοί της αγοράς είναι πλέον σαφείς: η μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ πιέζει τις τιμές προς τα κάτω, ιδίως τις ώρες υψηλής παραγωγής. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η ειδική τιμή αγοράς για φωτοβολταϊκά κινείται σε επίπεδα της τάξης των 37 ευρώ ανά μεγαβατώρα, τιμές που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν εξαιρετικά χαμηλές. Την ίδια στιγμή, η χονδρεμπορική αγορά εμφανίζει έντονες διακυμάνσεις, με το μεσημέρι –όταν η παραγωγή κορυφώνεται– να καταγράφει σημαντική πτώση και τις βραδινές ώρες να ανακτά μέρος της αξίας. Το φαινόμενο περιγράφεται διεθνώς ως «κανιβαλισμός τιμών»: όσο αυξάνεται η παραγωγή από φωτοβολταϊκά, τόσο μειώνεται η αξία της ενέργειας που παράγουν.
Η αλλαγή του μοντέλου αποτυπώνεται και στη μετάβαση από τον συμψηφισμό ενέργειας στο σύστημα πώλησης σε τιμές αγοράς. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο παραγωγός πουλά την περίσσεια ενέργεια σε τιμές χονδρικής, ενώ αγοράζει για τις ανάγκες του σε τιμές λιανικής, δημιουργώντας μια διαρκή πίεση στο ισοζύγιό του. Οι αναλύσεις του κλάδου συγκλίνουν στο ότι το κόστος παραγωγής από ΑΠΕ έχει μειωθεί τόσο, ώστε το πρόβλημα δεν είναι πλέον η δυνατότητα παραγωγής, αλλά η απορρόφηση και η αποτίμηση της ενέργειας.
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι ώρες με μηδενικές ή ακόμη και αρνητικές τιμές αυξάνονται, ιδίως σε περιόδους υψηλής ηλιοφάνειας. Πρόκειται για μια δομική μεταβολή της αγοράς, η οποία συνδέεται με την απουσία επαρκών υποδομών αποθήκευσης και τη δυσκολία των δικτύων να διαχειριστούν ταυτόχρονα μεγάλα φορτία παραγωγής. Με απλά λόγια, το σύστημα δεν μπορεί πάντα να απορροφήσει την ενέργεια που παράγεται.
Για την Άρτα, η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν αφορά μεγάλους ενεργειακούς ομίλους, αλλά μικρούς παραγωγούς, οικογενειακές επενδύσεις και επαγγελματίες που χρηματοδότησαν τα έργα τους με δανεισμό, βασισμένοι σε διαφορετικές παραδοχές αγοράς. Σήμερα, βλέπουν την παραγωγή τους να παραμένει σταθερή, αλλά τα έσοδα να συμπιέζονται, ιδίως τις ώρες που παράγουν περισσότερο. Η πίεση αυτή δεν είναι θεωρητική, μεταφράζεται σε πραγματικά προβλήματα ρευστότητας.
Οι ίδιοι οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι το μοντέλο αλλάζει ριζικά. Η ενέργεια δεν αρκεί να παράγεται, πρέπει να διαχειρίζεται. Η αποθήκευση, η ευελιξία στη διάθεση και η σύνδεση με ίδια κατανάλωση καθίστανται κρίσιμοι παράγοντες βιωσιμότητας. Χωρίς αυτά τα εργαλεία, οι μικρές επενδύσεις παραμένουν εκτεθειμένες σε μια αγορά που γίνεται ολοένα και πιο απαιτητική.
Η Άρτα, με τη μικρή της κλίμακα, αποτυπώνει με καθαρότητα αυτή τη μετάβαση. Δεν πρόκειται για το τέλος των φωτοβολταϊκών, αλλά για το τέλος μιας εποχής όπου η παραγωγή από μόνη της αρκούσε. Ο ήλιος εξακολουθεί να λάμπει πάνω από τον κάμπο. Το ερώτημα είναι αν η αγορά μπορεί ακόμη να τον πληρώνει όπως πριν.


