13.8 C
Arta
27 Οκτωβρίου 2021

Η αρχαία Αθαμανία στο έργο του ιστορικού Διόδωρου Σικελιώτη (1ου π.Χ. αι.)

Διαβάστε επίσης

Της αρχαιολόγου ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑΣ ΖΗΔΡΟΥ

Ο ιστορικός Διόδωρος από το Αγύριο της Σικελίας έδρασε κατά τον 1ο π.Χ. αι., παράλληλα με τον μεγάλο συμπιλητή Διονύσιο Αλικαρνασσέα. Στην αποτελούμενη από σαράντα βιβλία «Ιστορική Βιβλιοθήκη» του, με την οποία ο ιστορικός να παρουσιάσει, ταυτόχρονα, την ελληνική και τη ρωμαϊκή ιστορία, όπως τις γνώρισε μέσα από ένα πλήθος πηγών εύκολα αναγνωρίσιμων από τον σύγχρονο ερευνητή, διασώζονται και ποικίλες πληροφορίες για την Αθαμανία.
Η πρώτη μνεία εντοπίζεται στο 14ο βιβλίο. Πιο συγκεκριμένα, μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, η μεγάλη νικήτρια Σπάρτη, αφού κατατρόπωσε και συνέτριψε την Αθήνα, έμεινε η μοναδική κυρίαρχος στον ελλαδικό χώρο. Ωστόσο, η καταπιεστική της εξουσία, το σύστημα των Λακεδαιμονίων να υποστηρίξουν σε όλες τις πόλεις τις ολιγαρχικές μειονότητες με την εγκαθίδρυση των «δεκαρχιών», καθώς και η προσπάθειά τους να διασφαλίσουν την κυριαρχία τους με σπαρτιατικές φρουρές, διοικούμενες από Σπαρτιάτες αξιωματικούς, έγιναν αφορμή για εμφύλιες συγκρούσεις και οδήγησαν τους Έλληνες πολύ γρήγορα στη συνειδητοποίηση ότι η αυτονομία που υποσχόταν η Σπάρτη αποδείχθηκε ουτοπία. Κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, επικράτησε μεγαλύτερη ανελευθερία παρά ποτέ, ανασφάλεια και έξαρση της πειρατείας στις θάλασσες. Παράλληλα, το διπλωματικό και επιμελώς συγκροτημένο πρόγραμμα της Αθήνας είχε αντικατασταθεί από ένα τραχύ και βίαιο σύστημα. Έτσι, άρχισαν οι δυσαρέσκειες και οι διαμαρτυρίες των ελληνικών πόλων.
Κατά το έτος 396 π.Χ. και ενώ τη διακυβέρνηση της Αθήνας ανέλαβε ο Διόφαντος, οι Αθηναίοι, μαζί με τους Βοιωτούς, συμμάχησαν με τους Κορίνθιους και τους Αργείους κατά των Λακεδαιμονίων. Γενικά, οι Λακεδαιμόνιοι είχαν πλέον καταστεί μισητοί, εξαιτίας του τρόπου που ασκούσαν την εξουσία και από τους συμμάχους τους. Οι τελευταίοι επιθυμούσαν να καταλύσουν τη σπαρτιατική ηγεμονία, έχοντας με το μέρος τους τις μεγαλύτερες ελληνικές πόλεις. Μάλιστα, οργάνωσαν και ένα πρώτο κοινό συνέδριο στην Κόρινθο, προσκαλώντας όσους επιθυμούσαν να συμμετέχουν. Στη συνέχεια, άρχισαν να αποστέλλουν αντιπροσώπους τους σε διάφορες ελληνικές πόλεις και έτσι κατόρθωσαν να αποσπάσουν αρκετούς από τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων, όπως την Εύβοια, τη Λευκάδα, την Ακαρνανία, την Αμβρακία και τη Χαλκίδα. Επιπλέον, επιδίωξαν να πείσουν και τους υπόλοιπους Πελοποννήσιους να αποστατήσουν, χωρίς όμως καμία επιτυχία, καθώς η Σπάρτη, λόγω της γεωγραφικής της θέσης στην άκρη της Πελοποννήσου, λειτουργούσε ως φρουρά και ακρόπολη για ολόκληρη την περιοχή. Στο ίδιο συνέδριο εμφανίστηκε και ο Μηδίας, κυβερνήτης της θεσσαλικής Λάρισας, ζητώντας συνδρομή στον πόλεμο κατά του τυράννου των Φερών Λυκόφρονα.
Το συνέδριο αποφάσισε θετικά και έτσι απέστειλε δύο χιλιάδες στρατιώτες προς βοήθειά του. Ο Μηδίας, με τη συμβολή των συμμάχων του, κατέλαβε τα φρουρούμενα από τους Λακεδαιμόνιους Φάρσαλα και αιχμαλώτισε τους κατοίκους της πόλης για να τους πουλήσει λίγο αργότερα. Στη συνέχεια, οι Βοιωτοί, μαζί με τους Αργείους και αφού χωρίστηκαν από τον στρατό του Μηδία, κατέλαβαν την Ηράκλεια της Τραχίνιας. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της νύχτας, ορισμένοι τους βοήθησαν να μπουν στην πόλη. Αμέσως, δολοφόνησαν τους Λακεδαιμόνιους κυβερνήτες. Ωστόσο, επέτρεψαν τη φυγή στους απλούς στρατιώτες που είχαν έρθει από την Πελοπόννησο. Έπειτα, παρέδωσαν την πόλη στους Τραχίνιους, τους αρχαιότερους αφιχθέντες στη συγκεκριμένη περιοχή, για να την επανακατοικήσουν, καθώς είχαν εκδιωχθεί από την πατρίδα τους από τους Λακεδαιμόνιους. Ωστόσο, ο Βοιωτός Ισμηνίας άφησε τους Αργείους στην πόλη ως φρουρά. Παράλληλα, ο ίδιος κατάφερε να πείσει τους Αινιάνες και τους Αθαμάνες να αποστατήσουν από τους Λακεδαιμόνιους. Στη συνέχεια, συγκέντρωσε στρατό, τόσο από αυτούς όσο και από τους συμμάχους τους. Έτσι, το σύνολο του στρατού του έφτασε τους έξι χιλιάδες άντρες. Αμέσως, εξεστράτευσε κατά της Φωκίδας. Εκεί και μόλις στρατοπεύδευσε στον Νάρυκα της Λοκρίδας, τον οποίο η παράδοση αναφέρει ως πατρίδα του Αίαντα, οι Φωκείς, υπό τη διοίκηση του Σπαρτιάτη Αλκισθένη, απάντησαν με μάχη. Η σύγκρουση υπήρξε σφοδρή. Κατά τη μεγαλύτερη διάρκειά της, κυριαρχούσαν οι Βοιωτοί, ενώ έως τη δύση κατόρθωσαν να απωθήσουν τους αντιπάλους τους. Αυτοί αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν, αφού φόνευσαν σχεδόν χίλιους άντρες. Μετά το πέρας της μάχης, αναχώρησαν για τις πατρίδες τους (Διόδωρ. Σικ., Ιστορική Βιβλιοθήκη, 14. 82. 3 – 10).
Στο 16ο βιβλίο της Ιστορικής Βιβλιοθήκης του, ο Διόδωρος αφηγείται τα γεγονότα του τρίτου Ιερού Πολέμου, που έλαβε χώρα στην Ελλάδα κατά τα έτη 356 – 346 π.Χ. Πιο συγκεκριμένα, κατά το έτος 356 π.Χ. και ενώ ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας πολιορκούσε τη Μεθώνη, ξεκίνησε ένας πόλεμος ανάμεσα στους Φωκείς από τη μια και τους Βοιωτούς και Θεσσαλούς από την άλλη, επεκτεινόμενος σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα της Ελλάδας. Κύριο αίτιο για την κήρυξή του υπήρξε ο έλεγχος της Δελφικής Αμφικτιονίας, ενώ βαθύτερο αίτιο του ήταν ουσιαστικά ο έλεγχος ολόκληρης της κεντρικής Ελλάδος. Κατά τη δεδομένη περίοδο, η Αμφικτιονία βρισκόταν υπό την κυριαρχία και την επιρροή των Θηβαίων, ανταγωνιστών των Φωκέων. Επιπλέον, οι τελευταίοι επιδίωκαν να κατακτήσουν εκ νέου το δελφικό ιερό, καθώς αυτό συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις κτήσεις τους έως και το έτος 448 π.Χ., έως δηλαδή τον δεύτερο Ιερό Πόλεμο. Αφορμή για την κήρυξη του πολέμου στάθηκε η καταδίκη ορισμένων επιφανών πολιτών της Φωκίδας, ύστερα από τις κατηγορίες των Βοιωτών για ιεροσυλία. Αμέσως, οι Φωκείς αντέδρασαν με την κατάληψη του δελφικού ιερού το καλοκαίρι του ιδίου έτους, αφού πρώτα είχαν εξασφαλίσει τη συμμαχία και την υποστήριξη της Σπάρτης. Ηγέτης και καθοδηγητής τους θεωρείται ο Φιλόμηλος. Αυτός κατόρθωσε να καταλάβει το δελφικό ιερό και να το θέσει υπό την απόλυτη κυριαρχία των Φωκέων. Οι τελευταίοι μπορούσαν πλέον να επιβάλλουν τις θέσεις και τις επιθυμίες τους. Παράλληλα, ο Φιλόμηλος, χρησιμοποιώντας τους θησαυρούς του μαντείου, συγκρότησε έναν μισθοφορικό στρατό δέκα χιλιάδων αντρών και ανέδειξε τη Φωκίδα ως τη μεγαλύτερη δύναμη στον ελλαδικό χώρο.
Με αφετηρία τα παραπάνω γεγονότα, ο ιστορικός αφηγείται ότι οι μόνοι που αντιστάθηκαν στους Φωκείς, κατά την προσπάθεια κατάληψης του δελφικού ιερού, το έτος 356 π.Χ., ήταν οι Λοκροί της Άμφισσας. Η μάχη ανάμεσα τους διεξήχθη κοντά στις Φαιδριάδες πέτρες. Νικητής στέφθηκε πανηγυρικά ο Φιλόμηλος, αφού κατάφερε να εξοντώσει πολλούς από τους εχθρούς του είτε δολοφονώντας τους, είτε γκρεμίζοντάς τους από τα βράχια, είτε αιχμαλωτίζοντάς τους. Μετά το πέρας της μάχης, οι Λοκροί, επειδή ταπεινώθηκαν, απέστειλαν πρεσβευτές τους στη Θήβα, αξιώνοντας τη βοήθεια των Βοιωτών τόσο για τους εαυτούς τους όσο και για τον θεό. Οι Βοιωτοί, με τη σειρά τους, χάριν ευσεβείας προς τους θεούς αλλά και επειδή επιθυμούσαν να ελέγχουν την Αμφικτιονία και τις αποφάσεις της, απέστειλαν πρεσβευτές στους Θεσσαλούς και τους υπόλοιπους Αμφικτίονες, ζητώντας τους να κηρύξουν, από κοινού, τον πόλεμο στους Φωκείς. Τελικά, το συνέδριο των Αμφικτιόνων αποφάσισε τον πόλεμο ενάντια στους Φωκείς. Ωστόσο, μεγάλη αναταραχή και διάσταση απόψεων επικρατούσε σε ολόκληρη την Ελλάδα, αναφορικά με τον συγκεκριμένο πόλεμο.

Έτσι, άλλοι έκριναν σωστό να βοηθήσουν τον θεό και να τιμωρήσουν τους Φωκείς ως ιερόσυλους, ενώ άλλοι προσέβλεπαν στη στήριξη των Φωκέων. Μέσα λοιπόν σε αυτή την ευμετάβλητη κατάσταση, αποφάσισαν να βοηθήσουν το ιερό οι Βοιωτοί, οι Λοκροί, οι Θεσσαλοί, οι Περραιβοί και κοντά σε αυτούς οι Δωριείς, οι Δόλοπες, οι Αθαμάνες, οι Αχαιοί της Φθιώτιδας, οι Μάγνητες, οι Αινιάνες και ορισμένοι άλλοι. Αντίθετα, με την πλευρά των Φωκέων συντάχθηκαν οι Αθηναίοι, οι Λακεδαιμόνιοι και ορισμένοι από τους Πελοποννησίους (Διόδωρ. Σικ., Ιστορική Βιβλιοθήκη, 16. 28. 3 – 16. 29. 4).
Η επόμενη σχετική αναφορά στην Αθαμανία περιλαμβάνεται στο 18ο βιβλίο του Διόδωρου. Εκεί, ο ιστορικός περιγράφει την επικρατούσα, στην Ελλάδα, κατάσταση μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, καθώς και τους αγώνες των διαφόρων πόλεων για την επανάκτηση της αυτονομίας τους αλλά και την κυριαρχία τους στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Σε αντίθεση λοιπόν με την Ασία, όπου μετά τον θάνατο του Μακεδόνα βασιλιά επικράτησε σχετική ηρεμία, στην Ελλάδα, η είδηση προκάλεσε σημαντική αναταραχή. Επιπρόσθετα, η Αθήνα επιδίωκε να ανακτήσει κάτι από την αίγλη και το μεγαλείο του παρελθόντος της. Κατά συνέπεια στην πόλη, η αντιμακεδονική μερίδα ολοένα και αυξανόταν, ενώ είχε ενισχυθεί επιπλέον με την προσχώρηση σε αυτή του στρατηγού Λεωσθένη. Αυτός είχε κατορθώσει να συγκροτήσει ένα μεγάλο μισθοφορικό στράτευμα στο όνομα της αυτονομίας των πόλεων και της απελευθερώσεως της Ελλάδας από τη μακεδονική δεσποτεία. Γρήγορα, οι Έλληνες, θεωρώντας την κορινθιακή ομοσπονδία διαλυμένη, δημιούργησαν μια άλλη συμμαχία υπό τη διοίκηση των Αθηναίων. Τα παραπάνω γεγονότα, σε συνδυασμό με την ενίσχυσή τους με τον ακμαίο και ισχυρό στρατό των Αιτωλών, ανάγκασαν τον Αντίπατρο και τον μακεδονικό στρατό να κλειστούν στη Λαμία. Οι θριαμβολογίες όμως και οι πανηγυρισμοί των Αθηναίων δεν είχαν διάρκεια, καθώς η καθοριστική σύγκρουση δόθηκε το καλοκαίρι του 322 π.Χ. κοντά στην Αμοργό, όταν και κατατροπώθηκε ο αθηναϊκός στόλος. Η συγκεκριμένη ήττα σήμανε την οριστική απώλεια της κυριαρχίας στη θάλασσα της άλλοτε κραταιής θαλασσοκράτειρας Αθήνας, όπως και την οριστική πτώση της ως ηγέτιδας δύναμης του ελλαδικού χώρου. Οι Μακεδόνες όμως δεν αρκέστηκαν σε αυτή τους την επιτυχία αλλά απέσπασαν και μια ακόμη μεγάλη νίκη, στην ξηρά αυτή τη φορά, κοντά στην πόλη Κραννώνα της Θεσσαλίας. Η δεύτερη ήττα των Αθηναίων αποτέλεσε την αφετηρία της κατάρρευσης της αντιμακεδονικής παράταξης στην πόλη και την ταυτόχρονη επικράτηση της αντίστοιχης φιλομακεδονικής. Ο Μακεδόνας στρατηγός Αντίπατρος επέμεινε στην άνευ όρων παράδοση της Αθήνας. Έτσι, στην πόλη εγκαταστάθηκε μακεδονική φρουρά, ενώ και το δημοκρατικό της πολίτευμα αντικαταστάθηκε από ένα τιμοκρατικό καθεστώς. Παρόλα αυτά, η κατάσταση στον ελλαδικό χώρο παρέμεινε ευμετάβλητη και ταραγμένη.
Ειδικότερα, ο Διόδωρος αναφέρει, στο 18ο βιβλίο του, ότι οι πρεσβευτές των Αθηναίων περιδιάβαιναν τις πόλεις, αναζητώντας συμμάχους, ενώ επιδίωκαν να τους προσελκύσουν με τη συνηθισμένη παρορμητικότητα και ρητορική δεινότητα των λόγων τους. Έτσι, οι Έλληνες χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα, σε εκείνους που έκλιναν προς τους Μακεδόνες και σε εκείνους που προτιμούσαν την ηρεμία και την ειρήνη και τάχθηκαν με τους Αθηναίους. Πρώτοι λοιπόν προσχώρησαν στη συμμαχία οι Αιτωλοί, στο σύνολό τους, στη συνέχεια οι Θεσσαλοί, εκτός από τους Πελιναίους, οι Οιταίοι, εκτός από τους Ηρακλειώτες, οι Αχαιοί της Φθιώτιδας, εκτός από τους Θηβαίους, οι Μηλιείς, εκτός από τους Λαμιέους, οι Δωριείς, στο σύνολό τους, οι Λοκροί, οι Φωκείς και ακόμη οι Αινιάνες, οι Αλυζαίοι, οι Δόλοπες, οι Αθαμάνες, οι Λευκάδιοι και τμήμα των Μολοσσών, όσοι βρίσκονταν γύρω από τον Αρυπταίο. Αυτός όμως συμμάχησε αργότερα με τους Μακεδόνες, προδίδοντας με ύπουλο τρόπο τη συμμαχία. Επακολούθως, προσχώρησαν οι Καρύστιοι από την Εύβοια και τελευταίοι οι Αργείοι, οι Σικυώνιοι, οι Ηλείοι και οι Μεσσήνιοι από την Πελοπόννησο (Διόδωρ. Σικ., Ιστορική Βιβλιοθήκη, 18. 10. 1 – 18. 11. 3).
Η περιήγηση στο έργο του Διόδωρου ολοκληρώνεται με τη διήγηση, στο 33ο βιβλίο, της ιστορίας του Αθαμάνιου Γαλαίστη, γιου του βασιλιά Αμύναδρου. Πρόκειται για το ίδιο σχεδόν χωρίο με το αντίστοιχο που απαντά στο αποσπασματικά σωζόμενο έργο του Ποσειδώνιου από την Απάμεια, του 2ου π.Χ. αι. Πιο συγκεκριμένα, ο Γαλαίστης ξεχώριζε, ανάμεσα στους ομοεθνείς του, για την καταγωγή, τα πλούτη και τη φήμη του. Ο ίδιος έγινε φίλος με τον Πτολεμαίο ΣΤ΄ Φιλομήτορα. Μάλιστα, ήταν τόση η εμπιστοσύνη που του έδειχνε ο Αιγύπτιος βασιλιάς και τόσες οι ικανότητές του, ώστε σε μια μάχη κατά του Δημητρίου Νικάτορα, στο πλαίσιο της προσπάθειας του Πτολεμαίου να προσαρτήσει στο κράτος του και τη Συρία, ο Γαλαίστης τέθηκε επικεφαλής των δυνάμεων της Αλεξάνδρειας. Μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου το 145 π.Χ., ο Γαλαίστης κατηγορήθηκε άδικα. Επιπλέον, γνωρίζοντας την αντιπάθεια του νέου βασιλιά της Αιγύπτου προς το πρόσωπό του και φοβούμενος για τη ζωή του, επέστρεψε στην Ελλάδα. Ωστόσο και μετά την επιστροφή του, δε διέκοψε τις σχέσεις του με την Αίγυπτο. Αντίθετα, ανέλαβε υπό την προστασία του όσους, και ήταν πολλοί, είχαν κατηγορηθεί για ανταρσία και είχαν εξοριστεί από τη χώρα. Επιπλέον, προετοιμαζόταν, σε συνεργασία με τους εξόριστους Αιγυπτίους, να επαναφέρει στο θρόνο τον γιο του Πτολεμαίου Φιλομήτορα (Διόδωρ. Σικ., Ιστορική Βιβλιοθήκη, 33. 20. 1).
Κωνσταντίνα Ζήδρου
Αρχαιολόγος

Διαβάστε επίσης

Τελευταία Νέα